προσβεβλημένος

(προωθήθηκε από προσβεβλημένο)
Μεταφράσεις

προσβεβλημένος

(prosvevli'menos) αρσενικό

προσβεβλημένη

(prosvevli'meni) θηλυκό

προσβεβλημένο

insulted, stricken (prosvevli'meno) ουδέτερο
επίθετο
που τον έχουν προσβάλει
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close