προσγειώνω

Μεταφράσεις

προσγειώνω

land, groundيَعْتَمِد عَلى, يَهْبِطُpřistát, zakládat sebasere på, landeauf Grund setzen, landenaterrizar, poner en tierralaskeutua, määrätä lentokieltoonatterrir, fondersletjeti, temeljitiatterrare, basare地面に置く, 着陸する(…에) 근거를 두다, 육지에 닿다landen, onderbouwenlande, sette på bakkenoprzeć, wylądowaćaterrar, aterrissar, baseado, pousarобосновывать, приземлятьсяförbjuda att flyga, landaนำร่อนลง, มีหลักฐานเพียงพอiniş yapmak, öğütmekđáp xuống, dựa trên基于, 着陆 (prozʝi'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ που πετάει να ακουμπήσει στο έδαφος προσγειώνω αεροπλάνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close