προσδιορίζω ποσοτικά

Μεταφράσεις

προσδιορίζω ποσοτικά

يَقْيسُ مِقْدار

προσδιορίζω ποσοτικά

vyčíslit

προσδιορίζω ποσοτικά

kvantitetsbestemme

προσδιορίζω ποσοτικά

quantifizieren

προσδιορίζω ποσοτικά

quantify

προσδιορίζω ποσοτικά

cuantificar

προσδιορίζω ποσοτικά

määrittää

προσδιορίζω ποσοτικά

quantifier

προσδιορίζω ποσοτικά

kvantificirati

προσδιορίζω ποσοτικά

quantificare

προσδιορίζω ποσοτικά

量を決める

προσδιορίζω ποσοτικά

정량화하다

προσδιορίζω ποσοτικά

kwantificeren

προσδιορίζω ποσοτικά

kvantifisere

προσδιορίζω ποσοτικά

określić ilościowo

προσδιορίζω ποσοτικά

quantificar

προσδιορίζω ποσοτικά

определять количество

προσδιορίζω ποσοτικά

kvantifiera

προσδιορίζω ποσοτικά

บอกจำนวน

προσδιορίζω ποσοτικά

miktar belirtmek

προσδιορίζω ποσοτικά

định lượng

προσδιορίζω ποσοτικά

量化
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close