προσεκτικός

Μεταφράσεις

προσεκτικός

(prosekti'kos)

προσεχτικός

(prosexti'kos) αρσενικό

προσεκτική

(prosekti'ci) θηλυκό

προσεκτικό

careful, attentive, mindful, wary, cautiousattentif, prudent, soigneuxحَذِر, مُحْتَرِسopatrnýforsigtigvorsichtigcauteloso, cuidadosovarovainenoprezan, pažljivattento, prudente慎重な, 注意深い조심스러운, 조심하는voorzichtigforsiktig, varsomostrożnycauteloso, cuidadosoосторожныйförsiktigระมัดระวังdikkatli, tedbirlicẩn thận, thận trọng小心的 (prosekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. συγκεντρωμένος, συνετός προσεκτικός μαθητήςοδηγός
2. που γίνεται με προσοχή προσεκτική οδήγηση προσεκτικές κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close