προσελκύω

Μεταφράσεις

προσελκύω

attractattirerيَجْذِبpřitáhnouttiltrækkeanlockenatraerviehättääprivućiattrarreひきつける끌어당기다aantrekkentiltrekkeprzyciągnąćatrairпривлекатьattraheraดึงดูดความสนใจçekmeklôi cuốn吸引 (prosel'cio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραβάω κοντά μου προσελκύω κόσμο προσελκύω την προσοχή
2. γοητεύω Προσελκύει τους άντρες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close