προσηλυτισμός

Μεταφράσεις

προσηλυτισμός

ProselytismusпрозелитизмomvendelsesarbejdeproselitismoالتبشيرproselitismoproselitismoprosélytismeProselytismusproselitismeKäännytysproselytism (prosiliti'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
το να προσηλυτίζεται κπ σε άλλη θρησκεία ή ιδεολογία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close