προσηλώνω

Μεταφράσεις

προσηλώνω

(prosi'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κατευθύνω προς συγκεκριμένο σημείο προσηλώνω την προσοχήτο βλέμμα μου κάπου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close