προσθέτω

Μεταφράσεις

προσθέτω

addieren, hinzufügenadd, affixadditionner, ajouterيَجْمَعُ, يُضِيفُpřidat, sčítatlægge sammen, tilføjeañadir, sumarlaskea yhteen, lisätädodati, zbrajatiaggiungere, sommare足す더하다, 추가하다optellen, toevoegensummere, tilføyedodaćadicionar, somarприбавлять, складыватьaddera, lägga tillเติม, บวกeklemek, toplamakcộng, thêm, 增加להוסיף (pro'sθeto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μαθηματικά κάνω πρόσθεση προσθέτω δύο αριθμούς
2. λέω κτ επιπλέον Δεν έχω τίποτα να προσθέσω.
3. βάζω επιπλέον προσθέτω χρήματα στο λογαριασμό μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close