προσκολλώμαι

Μεταφράσεις

προσκολλώμαι

adhere, hold onيَنْتَظِرُdržet seholde fast ifesthaltenagarrar, agarrarsepidellä kiinnipatienterdržatiaspettareしっかりつかまる꽉 잡고 있다vasthoudenholde fasttrzymać sięagarrar, aguentarдержать(ся)hålla fastยึดแน่นtutunmaknắm chặt抓住דבקים (prosko'lome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. γαντζώνομαι από κπ προσκολλώμαι σε κπ
2. έχω εμμονή σε κτ προσκολλώμαι σε μια ιδέα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close