προσκρούω

Μεταφράσεις

προσκρούω

clash, crash (pro'skruo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. τρακάρω προσκρούω σε τοίχο
2. μεταφορικά βρίσκω εμπόδιο προσκρούω στα συμφέροντα κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close