προσκυνάω

(προωθήθηκε από προσκυνώ)
Μεταφράσεις

προσκυνάω

(prosci'nao)

προσκυνώ

(prosci'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω υπόκλιση προσκυνάω κπ
2. μεταφορικά λατρεύω Ποιο θεό προσκυνάνε;
3. μεταφορικά υποτάσσομαι προσκυνάω τον εχθρό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close