προσπαθώ

Μεταφράσεις

προσπαθώ

try, attempt, endeavouressayerيُجَرِّبُpokusit se, vyzkoušetforsøge, prøveausprobieren, versuchenintentar, probarkokeilla, yrittääisprobati, pokušatiprovare・・・を試す, 努める시도하다, 하려고 하다proberen, uitproberenforsøke, prøvespróbować, wypróbowaćexperimentar, tentarпробовать, пытатьсяförsöka, provaพยายาม, ลองçabalamak, denemekcố gắng, thử尝试, 试图Опитвам (prospa'θo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. καταβάλλω προσπάθεια προσπαθώ να τα καταφέρω
2. δοκιμάζω Προσπάθησα να του μιλήσω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close