προσπερνάω

Μεταφράσεις

προσπερνάω

(prosper'nao)

προσπερνώ

(prosper'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πάω πιο γρήγορα προσπερνάω αυτοκίνητο
2. αφήνω πίσω μου Προσπέρασες τη στροφή.
3. παραβλέπω προσπερνάω ένα σοβαρό ζήτημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close