προσποιητός

(προωθήθηκε από προσποιητή)
Μεταφράσεις

προσποιητός

(prospii'tos) αρσενικό

προσποιητή

(prosii'ti) θηλυκό

προσποιητό

feigned (prospii'to) ουδέτερο
επίθετο
υποκριτικός, ψεύτικος έχω προσποιητή συμπεριφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close