προστατευτικός

(προωθήθηκε από προστατευτική)
Μεταφράσεις

προστατευτικός

(prostatefti'kos) αρσενικό

προστατευτική

(prostatefti'ci) θηλυκό

προστατευτικό

protective保护protección保護保護beschermendeschutzmaßnahmen보호מגןbeskyttende (prostatefti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που προφυλάσσει προστατευτική κρέμα
2. στοργικός Είναι προστατευτικός απέναντί της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close