προσχολικός

(προωθήθηκε από προσχολική)
Μεταφράσεις

προσχολικός

(prosxoli'kos) αρσενικό

προσχολική

(prosxoli'ci) θηλυκό

προσχολικό

(prosxoli'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την περίοδο πριν το σχολείο η προσχολική ηλικία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close