προσωπικός

(προωθήθηκε από προσωπική)
Μεταφράσεις

προσωπικός

(prosopi'kos) αρσενικό

προσωπική

(prosopi'ci) θηλυκό

προσωπικό

personal, facialpersonnel, facial, privéشَخْصِيٌّosobnípersonligpersönlichpersonalhenkilökohtainenosobanpersonale個人的な개인의persoonlijkpersonligosobistypessoalличныйpersonligส่วนบุคคลkişiselriêng tư私人的, 个人אישי個人 (prosopi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. ιδιωτικός, ατομικός προσωπική ιστορίαπεριουσία
2. υποκειμενικός προσωπική άποψη
3. ιδιαίτερος προσωπικός τρόπος ομιλίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close