προσωρινός

(προωθήθηκε από προσωρινή)
Αναζητήσεις σχετικές με προσωρινή: προσωρινός
Μεταφράσεις

προσωρινός

(prosori'nos) αρσενικό

προσωρινή

(prosori'ni) θηλυκό

προσωρινό

temporary‎, provisionalمُؤَقَت, مُؤَقَّتdočasný, provizornímidlertidigvorläufig, vorübergehendprovisional, temporaltilapäinen, väliaikainenprovisoire, temporaireprivremenprovvisorio, temporaneo一時の, 暫定的な임시의, 잠정적인tijdelijk, voorlopigmidlertidig, provisoriskprowizoryczny, tymczasowyprovisório, temporárioвременный, предварительныйprovisorisk, tillfälligชั่วคราวgeçicitạm thời临时的, 临时臨時 (prosori'no) ουδέτερο
επίθετο
ευκαιριακός προσωρινή κατοικία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close