προσωρινός υπάλληλος

Μεταφράσεις

προσωρινός υπάλληλος

عَامِلٌ مُؤَقَّت

προσωρινός υπάλληλος

záskok

προσωρινός υπάλληλος

vikar

προσωρινός υπάλληλος

Aushilfskraft

προσωρινός υπάλληλος

temp

προσωρινός υπάλληλος

empleado eventual, empleado temporal

προσωρινός υπάλληλος

tilapäistyöntekijä

προσωρινός υπάλληλος

intérimaire

προσωρινός υπάλληλος

honorarni radnik

προσωρινός υπάλληλος

lavoratore interinale

προσωρινός υπάλληλος

臨時職員

προσωρινός υπάλληλος

임시 고용

προσωρινός υπάλληλος

uitzendkracht

προσωρινός υπάλληλος

vikar

προσωρινός υπάλληλος

zastępca (tymczasowy)

προσωρινός υπάλληλος

trabalhador temporário

προσωρινός υπάλληλος

временный работник

προσωρινός υπάλληλος

vikarie

προσωρινός υπάλληλος

พนักงานชั่วคราว

προσωρινός υπάλληλος

geçici görevli

προσωρινός υπάλληλος

nhân viên tạm thời

προσωρινός υπάλληλος

临时雇员
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close