προτιμάω

Μεταφράσεις

προτιμάω

(proti'mao)

προτιμώ

(protimo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μου αρέσει καλύτερα Προτιμάω την άνοιξη από το καλοκαίρι.
2. επιλέγω Προτίμησα να μην απαντήσω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close