προτρέπω

Μεταφράσεις

προτρέπω

encourage, urge, egg, move, actuateengager, exhorter, inciter, pousserподстрекнуть충동 (pro'trepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παρακινώ, παροτρύνω Με προέτρεψε να του γράψω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close