προτρέχω

Μεταφράσεις

προτρέχω

(pro'trexo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βγάζω γρήγορα συμπεράσματα Μην προτρέχεις!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close