προφανώς

Μεταφράσεις

προφανώς

obviously, evidently, apparentlyبِشَكْلٍ وَاضِحٍ, عَلَى ما يَبْدوzřejměåbenbart, tilsyneladendeanscheinend, offensichtlichaparentemente, obviamenteilmeisesti, ilmiselvästiapparemment, évidemmentnaoko, očitoapparentemente, evidentemente明らかに분명하게, 외관상blijkbaar, vanzelfsprekendåpenbart, tilsynelatendeoczywiście, w rzeczywistościaparentemente, obviamenteвидимо, очевидноsjälvklart, uppenbarligenอย่างเห็นได้ชัด, อย่างชัดเจนaçıkça, açıkçasıhiển nhiên, một cách hiển nhiên明显地, 显然地 (profa'nos)
επίρρημα
1. μάλλον, ίσως Προφανώς κάτι θα του έτυχε.
2. βέβαια Δηλαδή, νομίζεις πως ήρθε κιόλας; Μα, προφανώς!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close