προφητικός

(προωθήθηκε από προφητικό)
Μεταφράσεις

προφητικός

(profiti'kos) αρσενικό

προφητική

(profiti'ci) θηλυκό

προφητικό

propheticprophétique (profiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με προφητεία προφητικά βιβλία
2. μεταφορικά για κτ που βγαίνει αληθινό προφητικά λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close