προφορικός

(προωθήθηκε από προφορικό)
Μεταφράσεις

προφορικός

(profori'kos) αρσενικό

προφορική

(profori'ci) θηλυκό

προφορικό

oraloralشَفَهِيٌّústnímundtligmündlichoral, habladosuullinenusmenorale口頭の구두의mondelingmuntligustnyoral, faladoустный, вербальныйmuntligที่ใช้การพูดsözlübằng lời nói口头的, 发言發言 (profori'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι γραπτός προφορικός λόγος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close