προχειρότητα

Μεταφράσεις

προχειρότητα

sloppyずさんなsjusket (proçi'rotita)
ουσιαστικό θηλυκό
που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φροντίδας Όλα έγιναν με προχειρότητα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close