προϊστορικός

(προωθήθηκε από προϊστορικό)
Μεταφράσεις

προϊστορικός

(proistori'kos) αρσενικό

προϊστορική

(proistori'ci) θηλυκό

προϊστορικό

préhistoriqueprehistoric, primeval, primordialمُتَعَلِّقٌ بِـمَا قَبْلَ التَّارِيخpravěkýforhistoriskprähistorischprehistóricoesihistoriallinenpretpovijesnipreistorico有史前の선사시대의prehistorischforhistoriskprehistorycznypré-históricoдоисторическийförhistoriskก่อนประวัติศาสตร์tarih öncesitiền sử史前的, 史前史前 (proistori'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την προϊστορία κατά την προϊστορική εποχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close