προϋπάρχω

Μεταφράσεις

προϋπάρχω

(proi'parxo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
υπάρχω από πριν Το πρόβλημα προϋπήρχε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close