πρωτάκουστος

Μεταφράσεις

πρωτάκουστος

(pro'takustos) αρσενικό

πρωτάκουστη

(pro'takusti) θηλυκό

πρωτάκουστο

جَدِيدnebývalýeneståendebeispiellosunprecedentedinauditoennennäkemätönsans précédentbez presedanasenza precedenti先例のない유례 없는ongehoordeneståendebezprecedensowysem precedente, sem precedentesбеспрецедентныйutan motstyckeไม่เคยมีมาก่อนdaha önceden olmamışchưa có tiền lệ空前的 (pro'takusto) ουδέτερο
επίθετο
απίστευτος πρωτάκουστο σκάνδαλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close