πρωτάρης

Μεταφράσεις

πρωτάρης

(pro'taris) αρσενικό

πρωτάρα

beginner, novicedébutant, novice (pro'tara) θηλυκό
ουσιαστικό
που κάνει κτ για πρώτη φορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close