πρωταπριλιάτικος

(προωθήθηκε από πρωταπριλιάτικο)
Μεταφράσεις

πρωταπριλιάτικος

(protapri'ʎatikos) αρσενικό

πρωταπριλιάτικη

(protapri'ʎatici) θηλυκό

πρωταπριλιάτικο

(protapri'atiko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την Πρωταπριλιά πρωταπριλιάτικο αστείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close