πρωτοβάθμιος

(προωθήθηκε από πρωτοβάθμιο)
Μεταφράσεις

πρωτοβάθμιος

(proto'vaθmios) αρσενικό

πρωτοβάθμια

(proto'vaθmia) θηλυκό

πρωτοβάθμιο

primaryprimaireeerste (proto'vaθmio) ουδέτερο
επίθετο
που ιεραρχικά ανήκει στην πρώτη βαθμίδα
το δημοτικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close