πρωτοβουλία

Μεταφράσεις

πρωτοβουλία

initiativeinitiativeiniciativaمُبَادَرَةٌiniciativainitiativInitiativeiniciativaaloiteinicijativainiziativaイニシアチブ개시initiatiefinitiativinicjatywaинициативаinitiativการริเริ่มgirişimsáng kiến动议инициативаיוזמה (protovu'lia)
ουσιαστικό θηλυκό
η ικανότητα να παίρνει κν αποφάσεις από μόνος του παίρνω την πρωτοβουλία να
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close