πρωτογενής

Μεταφράσεις

πρωτογενής

(protoʝe'nis) αρσενικό-θηλυκό

πρωτογενές

первичныйprimárníпървичниプライマリprimaireprimary (protoʝe'nes) ουδέτερο
επίθετο
αρχικός, ανεπεξέργαστος σε πρωτογενή μορφή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close