πρωτοετής

(προωθήθηκε από πρωτοετές)
Μεταφράσεις

πρωτοετής

(protoe'tis) αρσενικό-θηλυκό

πρωτοετές

(protoe'tes) ουδέτερο
επίθετο
που διανύει το πρώτο έτος πρωτοετής φοιτητής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close