πρωτοποριακός

Μεταφράσεις

πρωτοποριακός

(protoporia'kos) αρσενικό

πρωτοποριακή

(protoporia'ci) θηλυκό

πρωτοποριακό

(protoporia'ko) ουδέτερο
επίθετο
προχωρημένος, μοντέρνος πρωτοποριακές ιδέες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close