πρωτοσέλιδο

Μεταφράσεις

πρωτοσέλιδο

(proto'seliðo)
ουσιαστικό ουδέτερο
η πρώτη σελίδα εφημερίδας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close