πρωτοστατώ

Μεταφράσεις

πρωτοστατώ

(protosta'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι βασικό στέλεχος σε κτ πρωτοστατώ σε διαδήλωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close