πρωτότοκος

(προωθήθηκε από πρωτότοκη)
Μεταφράσεις

πρωτότοκος

(pro'totokos) αρσενικό

πρωτότοκη

(pro'totoci) θηλυκό

πρωτότοκο

firstbornaînéEsikoinen (pro'totoko) ουδέτερο
επίθετο
το μεγαλύτερο παιδί σε οικογένεια o πρωτότοκος γιος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close