πρόθεση

Μεταφράσεις

πρόθεση

intention, preposition, prosthetic, prothesis, intentintention, préposition, prothèseنِيَّةٌzáměrhensigtAbsichtintenciónaikomusnamjeraintenzione意図의도bedoelinghensiktintencjaintençãoнамерениеavsiktความตั้งใจniyetý định用意, 意向意向הכוונה ('proθesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. σκοπός Δεν το έκανα από πρόθεση. έχω καλέςκακές προθέσεις
2. γλωσσολογία άκλιτο μέρος του λόγου Oι άκλιτες λέξεις «παρά», «από» κ.λπ. είναι προθέσεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close