πρόθυμος

(προωθήθηκε από πρόθυμη)
Μεταφράσεις

πρόθυμος

('proθimos) αρσενικό

πρόθυμη

('proθimi) θηλυκό

πρόθυμο

willing, eagerمُسْتَعِدّochotnývilliggewilltdeseoso, estar dispuesto, dispuestosvalmis johonkindisposévoljanvolenteroso進んで・・・する...하고 싶은 마음이 드는bereidvilligskłonnydispostoжелающийvilligเต็มใจisteklisẵn lòng乐意的 ('proθimo) θηλυκό
επίθετο
που κάνει κτ με προθυμία πρόθυμος υπάλληλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close