πρόκειται

Μεταφράσεις

πρόκειται

be, concern, going to, goسَوْفَchystat sevilwerdenir, irseollaaller + infinitifdogoditi sestare per・・・するところだ…하려고 하다zullenskullenie tłumaczy się na język polski w przypadku tworzenia czasu przyszłegoirпредстоятьkomma attกำลังจะecek, acaksắp即将 ('procite)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα) 3ο
1. έχει σχέση με, είναι σχετικός με Πρόκειται για αληθινή ιστορία.
2. τοποθετεί μια πρόβλεψη στο μέλλον Δεν πρόκειται να του το πω. Πρόκειται να φύγει αύριο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close