πρόσβαση

Μεταφράσεις

πρόσβαση

access, approach, passageaccès, passageوُصُولpřístupadgangZugangaccesopääsypristupaccesso接近접근toegangtilgangdostępacessoдоступtillträdeทางเข้าgirişđược phép vào通道, 访问достъпגישה訪問 ('prozvasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η δυνατότητα να φτάσει κν κάπου έχω πρόσβαση στο κέντρο της πόλης
2. η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει κν κτ έχω πρόσβαση σε υπολογιστή
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close