πρόσταγμα

Μεταφράσεις

πρόσταγμα

('prostaɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
εντολή, διαταγή
έχω την εξουσία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close