πρόσχημα

Μεταφράσεις

πρόσχημα

pretext구실借口Vorwand藉口prétextepretextopretestopåskudpretextoförevändning ('prosçima)
ουσιαστικό ουδέτερο
πρόφαση, αφορμή Έφυγε με πρόσχημα τη δουλειά του.
κάνω κτ να φαίνεται αποδεκτό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close