πρόχειρος

(προωθήθηκε από πρόχειρη)
Μεταφράσεις

πρόχειρος

('proçiros) αρσενικό

πρόχειρη

('proçiri) θηλυκό

πρόχειρο

handy, haphazard, makeshift, rough, sketchy ('proçiro) ουδέτερο
επίθετο
1. προσωρινός πρόχειρο κατάλυμα
2. όχι προσεγμένος πρόχειρη κατασκευή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close