πρόωρος

Μεταφράσεις

πρόωρος

('prooros) αρσενικό

πρόωρη

('proori) θηλυκό

πρόωρο

early, premature, untimelyprécoce, prématuréمُبَكِّرčasnýtidligfrühtemprano, prematuroaikainenprijevremenin anticipo早い빨리vroegtidligwcześniejszycedo, prematuroраннийtidigก่อนเวลาที่กำหนดไว้erkensớm早的преждевременно ('prooro) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται πριν την ώρα του πρόωρη απόφαση πρόωρος τοκετός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close