πρώην

Μεταφράσεις

πρώην

former, ex-, oldancien, exسَابِقbývalýtidligereehemaligantiguo, exentinenbivšiex以前の전의voormaligforegåendepoprzednianteriorбывшийföregåendeก่อนหน้านี้eskingười tiền nhiệm以前的, לשעברБившата ('proin)
επίθετο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
χαρακτηρισμός προηγούμενης ιδιότητας πρώην σύζυγος πρώην γραμματέας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close