πρώτος

Μεταφράσεις

πρώτος

('protos) αρσενικό

πρώτη

('proti) θηλυκό

πρώτο

първиfirst, prime, foremost, primary, earlyprimo, etapa temprana, primeropremier, au début deprimaprimo, primi素, 初期の, 最初の소, 첫 번째의, 초기의primusprimo, início, primeiro, princípiosпервый, просто, начальныйأَوَّل, مُبَكِّرprvní, ranýførst, tidliganfang, ersteralussa, ensimmäinenprvi, ranieerste, vroegførste, tidligpierwszy, wczesnyförste, tidigช่วงต้น แต่แรก, ที่หนึ่งbaşında, ilkđầu tiên, sớm早的, 第一的 ('proto) ουδέτερο
επίθετο
1. που προηγείται Είναι πρώτος στη σειρά. πρώτη φοράμέρα
2. ο πιο σημαντικός, αναγκαίος Aυτή είναι η πρώτη μου έννοια.
άμεση βοήθεια σε έκτακτα περιστατικά
τα βασικά είδη
3. ο καλύτερος o πρώτος μαθητής o πρώτος στην τάξη
4. βιαστικός, πρόχειρος Έρριξα μία πρώτη ματιά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close