πτώμα

Μεταφράσεις

πτώμα

corpse, bodyplatt, Leicheجُثَّةmrtvolaligcadáverruumiscadavrelešsalma死体시체lijkliktrupcadáverтрупlikซากศพcesetxác chết尸体הגופה屍體 ('ptoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το σώμα νεκρού πτώμα γυναίκας
2. μεταφορικά πολύ κουρασμένος Γύρισα πτώμα στο σπίτι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close